Πραγματική εικονικότητα

Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι βυζαντινοί, έχοντας τελείως διαφορετικές θεωρητικές-θεολογικές προϋποθέσεις από τον δυτικό καλλιτέχνη, κατόρθωσαν, σε εικαστικό επίπεδο, το αντίθετο της εικονικής πραγματικότητας, την πραγματική εικονικότητα (ο όρος δικός μας). Και εξηγούμε: Το ιδανικό του δυτικού νατουραλισμού είναι να δημιουργήσει απέναντι από τον θεατή μια αυτονομημένη εικόνα (αντικείμενη -  αντικειμενική), μια πιστή αναπαράσταση του εικονιζομένου και ένα υποκατάστατο αυτού. Η αναζήτηση αυτή κατέληξε στην δημιουργία της εικονικής πραγματικότητας (virtual reality), μιάς εικόνας δηλαδή που διεκδικεί να είναι μια άλλη πραγματικότητα αυτονομημένη από τον θεατή και η οποία ζητάει να αναλώση τον θεατή της, αφού απαιτεί την έκστασή του από τον δικό του πραγματικό κόσμο. Ο βυζαντινός, αντίθετα, εικαστικός ρεαλισμός ζήτησε να φέρει τον κόσμο των εικόνων στην πραγματικότητα του θεατή και να την εμπλουτίσει με τον τρόπο αυτό. Έτσι δεν δημιούργησε αυτόνομο ζωγραφικό χώρο αλλά κίνησε τα πάντα προς τον χωρόχρονο του θεατή και συνέδεσε την εικόνα με την αίσθησή του με την βοήθεια του ρυθμού. Ο θεατής με τα εικαστικά αυτά δεδομένα δεν καλείται να δραπετεύσει από την πραγματικότητά του προς κάποια άλλη καλή κι ονειρική πραγματικότητα, αλλά μένει εδώ και παρηγορείται, απολαμβάνει την παραμυθία του κόσμου των εικόνων, που φέρνει σ’ αυτόν την αλήθεια και το ήθος της Εκκλησίας.

(απόσπασμα από το βιβλίο του Γεωργίου Κόρδη “Πρόοδος και Παράδοση στην Ορθόδοξη Εικονογραφική τέχνη”, σελ. 29-30)